Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Πλέκω και μπλέκω...




Η ζωή μου σε δύο ρήματα... Πλέκω και μπλέκω..Τόσο απλά...
Έπλεκα για την ακρίβεια πριν ακόμα πιάσω βελονάκι ή βελόνες .. Αλλά δεν το ήξερα...
Έπλεκα με τις λέξεις όσο με θυμάμαι... Καλή , ανάποδη και η ίδια λέξη μπορούσε ταυτόχρονα να κάνει χιλιάδες πράγματα... Και έπλεκα με τις λέξεις ιστορίες πολύχρωμες. Τις έπλεκα με το κουβάρι του μυαλού μου. Και ήταν το κουβάρι τόσο μπλεγμένο που με δυσκολία έβρισκα την άκρη. Ήταν και είναι όμως αστείρευτο.. Δεν είναι ακριβό φίνο μερινό... δεν είναι ρουστίκ άλπακας...δεν είναι καν φτηνό ακρυλικό ή δροσερό βαμβακερό... Είναι όλα αυτά μαζί και σίγουρα πολύχρωμο... και ας φαντάζει λίγο μαύρο κάποιες φορές...  Και σε κάθε ιστορία που έχω πλέξει όλα αυτά τα χρόνια έχω αφήσει μέσα κομμάτια μου... Όπως τα άλλα μου πλεκτά, εκείνα από νήμα, έχουν την μυρωδιά μου....το DΝΑ μου...την κοσμική μου σκόνη  που φεύγει από τους πόρους των χεριών μου και εγκλωβίζεται ανάμεσα στις ίνες του νήματος, έτσι και οι ιστορίες μου...

Και όσο πλέκω τόσο μπλέκω... Μπλέκω σε δρόμους που δεν ξέρω που θα με βγάλουν...Και είναι αυτό το άγνωστο που με κάνει να χαμογελάω. Κάποιοι άνθρωποι χρειάζονται σταθερές για να ζήσουν. Και κάποιοι χρειαζόμαστε απλά να ξέρουμε ότι υπάρχουν ακόμα στη ζωή μας δρόμοι άγνωστοι ...δρόμοι απάτητοι....δρόμοι που διψάνε να κατακτηθούν! Αυτή ήταν και παραμένει η κινητήριος δύναμη μου. Το άγνωστο....

Το λέω συχνά και αυτοί που με αγαπάνε με μαλώνουν... Όλοι μας γεννιόμαστε με όπλα και αδυναμίες... Καμιά φορά τα ίδια τα όπλα σου είναι ταυτόχρονα και οι αδυναμίες σου αν δεν τα χρησιμοποιήσεις σωστά... Εμένα δυο όπλα μου έδωσε εκείνος που μοιράζει αρετές και ψεγάδια. 'Eνα ανήσυχο μυαλό και δύο νευρικά χέρια... Σε αυτά τα δύο σημεία επένδυσε πάνω μου αμελώντας όλα τα υπόλοιπα... Δεν έχω έτσι όμορφα μάτια...όμορφα πόδια.... όμορφα μαλλιά...έχω "όμορφο" μυαλό και "όμορφα" χέρια που φτιάχνουν αβίαστα "όμορφα" πράγματα... Και είναι τόσο υποκειμενικό αυτό το ρημάδι το "όμορφο" που στην αιώνια αναζήτηση του θα καώ...Γιατί είπαμε...το όπλο είναι ταυτόχρονα και η αχίλλειος πτέρνα... 

Πλέκω έτσι ασταμάτητα προσπαθώντας να ζεσταθώ και να ζεστάνω... Πλέκω και οι μέρες κυλάνε...τα χρόνια περνάνε... και χάνομαι μέσα στο ρυθμό και τίποτα δεν μπορεί να με βλάψει... Με τις λέξεις μου και τα νήματα μου είμαι ειλικρινά ευτυχισμένη και ας μοιάζει ουτοπική και ανούσια σε άλλους η ευτυχία μου... Και ακόμα και το μπλέξιμο που συνεπάγεται το πλέξιμο εγώ το γουστάρω σαν τρελή...Με  έρωτα μοιάζει... Με καρδιογράφημα... Με σχοινί ακροβάτη... Και με ένα μαγικό τρόπο έρχεται το ένα πλέξιμο εκείνο του μυαλού που σε σπρώχνει γλυκά προς την τρέλα και ισορροπεί με το άλλο, εκείνο των χεριών. Και εγώ εκεί ψηλά  ακροβατώ με χάρη και δεν πέφτω! Και είναι τόσο όμορφη η θέα από ψηλά... Και ο φόβος χάνεται...σβήνει...

Μην βιαστείς λοιπόν να με βαφτίσεις εμμονική με ένα χόμπι... Για μένα είναι πολλά περισσότερα... Και αν δεν μπορείς να συμμεριστείς τα "πάθη" μου άσε εμένα να πλέκω και να μπλέκω και προσπέρασε... Αν πάλι κατάφερα να σε ανεβάσω έστω και για λίγο στο σχοινί μου τότε μπορεί και να κατάλαβες πόσο όμορφα είναι εδώ επάνω... Μπορεί και να ένιωσες το αεράκι που χαϊδεύει τα μάγουλα μου....

Hacuna Matata...
Υγ1: μπλέντερ η πρώτη ανάρτηση του 2017....από το κακό στο χειρότερο το πάω
Υγ2: πάρε και μερικές πλεκτές ιστορίες μην σε αφήσω παραπονεμένο πάλι αναγνώστη μου μόνο με την ακατάσχετη λογοδιάρροια μου.. με έχει φάει το fb και το δόλιο μου το blog το τρώει η σκόνη...






Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Ένα αλλιώτικο δείπνο


Με απελπισία κοίταξε την στοίβα με τα ρούχα πάνω στο τραπέζι και με παράπονο έβαλε το ατμοσίδερο στην πρίζα αναθεματίζοντας για χιλιοστή φορά εκείνον που σκέφτηκε το σιδέρωμα. Από όλες τις οικιακές υποχρεώσεις της, αυτή την απεχθανόταν περισσότερο με διαφορά.  Και όσο περίμενε το σίδερο να ζεσταθεί, κρυφοκοίταξε λιγωμένα το βιβλίο δίπλα στην στοίβα που απρόθυμα λίγη ώρα νωρίτερα είχε αφήσει από τα χέρια της.

Πάντα διάβαζε, απλά η συχνότητα που διάβαζε ήταν λίγο παράδοξη..   Μπορούσαν να περάσουν και μήνες χωρίς να ανοίξει βιβλίο αλλά όταν σαν κύμα την χτυπούσε η ανάγκη να διαβάσει γινόταν εμμονική....Θυσίαζε πολύτιμες ώρες ύπνου, ξεχνούσε βασικές υποχρεώσεις και για μέρες θαλασσοδερνόταν στα κύματα των σελίδων σαν ψαροκάικο... Και άντε τώρα μέσα σε μια τέτοια φουρτούνα να καταφέρεις να σιδερώσεις με προθυμία....Ένα μήνα τώρα το ένα βιβλίο τελείωνε, το επόμενο ξεκινούσε και αν και ήξερε από το παρελθόν πως κρίση ήταν θα περνούσε, είχε αρχίσει να εξαντλείται.

Έβαλε πάνω στη σιδερώστρα την πρώτη μπλούζα και αφηρημένα ξεκίνησε να τη σιδερώνει ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο βιβλίο. Σαν πιάτο έτοιμο προς βρώση έμοιαζε έτσι ακουμπισμένο πάνω στο τραπέζι...Μα αυτό δεν ήταν άλλωστε τα βιβλία? Τροφή του νου και της ψυχής....  "Άραγε οι συγγραφείς που είχε διαβάσει μέσα στον τελευταίο μήνα αν ήταν πιάτα, τι πιάτα θα ήταν ????", αναρωτήθηκε. Γιαυτό το σιχαινόταν το σίδερο... Γιατί το μυαλό της πάντα το έσκαγε όσο διαρκούσε.

Ο Καζαντζάκης θα ήταν μουσακάς, αποφάσισε χωρίς πολλή σκέψη. Κυρίως πιάτο. Παραδοσιακός, πάντα διαχρονικός, γοητευτικός ακόμα και στους ξένους. Σε άλλους έπεφτε βαρύς και άλλοι δεν μπορούσαν να ζήσουν χωρίς να τον γεύονται τακτά. Και εκείνη λάτρευε τον μουσακά ,  χόρταινε από την πρώτη μπουκιά...τον θεωρούσε το πιο μεστό ελληνικό πιάτο....κάθε μπουκιά και μια άλλη εμπειρία, κάθε μπουκιά και μια έκπληξη. Ναι σίγουρα μουσακάς!

Και η Δημουλά ??? Η Δημουλά θα ήταν σίγουρα ένα φίνο ακριβό κόκκινο κρασί... Συνοδευτικό που συμπληρώνει το κυρίως, όπως η ποίηση την πεζογραφία. Γιατί ένα καλό φαΐ χωρίς το σωστό κρασί μοιάζει ανάπηρο.. ..Ένα κρασί λοιπόν αινιγματικό, μεθυστικό, από εκείνα που σου ξυπνάνε μνήμες όταν τα πίνεις και δακρύζεις... Ναι σίγουρα κρασί...

Και ο Σουρούνης??? Ο αγαπημένος της Σουρούνης???? Κάτι πικάντικο...Μεζές,  ορεκτικό θα ήταν εκείνος!  Σίγουρα θα του άρεσε αν του το έλεγε... Λουκάνικα σπετσοφάι θα ήταν να τραβιέται το κρασί...  Γιατί έτσι ήταν μαζί του....πολλές φορές μόνο από το ορεκτικό είχε χορτάσει...Ναι σπετσοφάι θα ήταν....

Και ο Λειδαδίτης???? Τι θα ήταν εκείνος?? Σίγουρα κυρίως πιάτο.... Κάτι οξύμωρο όμως γευστικά...Μοσχαράκι λεμονάτο θα ήταν που τόσο αγαπούσε η ίδια!  Ξινό μεν αλλά απολαυστικό... Καθαρτικά απολαυστικό!!  Γιατί έτσι ένιωθε όσο τον διάβαζε. Κάθαρση και έκπληξη πως λέξεις που εκείνη δεν χρησιμοποιούσε ποτέ έμοιαζαν μαγικές όταν εκείνος τις μεταχειριζόταν...Σαν το λεμόνι ένα πράγμα, που μόνο του δύσκολα το τρως... αλλά που ένας σωστός μάγειρας μπορεί να σε κάνει να ζητάς και άλλο στο πιάτο σου! Ναι μοσχαράκι λεμονάτο!

Και εσύ Χιόνη μου που σήμερα σε γνώρισε ??? Εσύ άραγε τι θα ήσουν ??? Επιδόρπιο....Ναι επιδόρπιο όχι όμως κάτι λιγωτικό όπως γαλακτομπούρεκο... Ούτε όμως πάστα ή γλυκό του κουταλιού... Λουκουμάκι Συριανό θα ήσουν!  Από εκείνες τις μπουκίτσες με τα αμύγδαλα μέσα.  Γιατί έτσι ένιωθε μαζί σου. Μια γλύκα ένιωθε και μπουκίτσα, μπουκίτσα σε έτρωγε, ανάθεμα το σίδερο!  Και όταν πετύχαινε και τα αμυγδαλάκια μέσα στα γραφόμενα σου γούρλωνε τα μάτια της έκπληκτη και τα υπογράμμιζε και ας κόντεψε μια δυο φορές "να σπάσει" δόντι... Χαλάλι σου!!!! Ναι λουκουμάκι σίγουρα!!!  αναφώνησε και άρχισε να χοροπηδάει από τον πόνο γιατί η άκρη από την καυτή πλάκα ακούμπησε το δάχτυλο της.

Και όσο ικανοποιημένη με το μενού του αλλιώτικου αυτού δείπνου άπλωνε ένα σεντόνι πάνω στην σιδερώστρα, τόλμησε να αναρωτηθεί "άραγε αν ποτέ κανένας με περιλάμβανε και εμένα σε ένα τέτοιο δείπνο τι θα ήμουν εγώ ????".....  "Το φτηνό αναψυκτικό για την χώνεψη θα ήσουν αλαφροϊσκιωτη!!! Εύπεπτη, γευστικά προσωρινά ευχάριστη, μη απαραίτητη για ένα καλό δείπνο, και φυσικά χρήσιμη μέχρι το ανθρακικό να ξεθυμάνει!  Αυτό θα ήσουν ιερόσυλη που τόλμησες να παρομοιάσεις τον Καζαντζάκη με μουσακά και θες να μπεις και ανάμεσα τους στο τραπέζι!!!  Σιδέρωνε εκεί πέρα τρομάρα σου, που ούτε και αυτό δεν κάνεις σωστά!!!!! Και τράβα φτιάξε κανέναν κανονικό μουσακά που με την τρέλα σου πάλι νηστικούς θα τους αφήσεις!"  την μάλωσε η συνείδηση της και με χαμηλωμένο το κεφάλι, λυπημένη, συνέχισε να σιδερώνει χωρίς άλλες σκέψεις το πέμπτο σώβρακο μινιατούρα του γιου της. Γιαυτό το σιχαινόταν το σίδερο....Γιαυτό! _

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Τα τρία μαξιλάρια


Σε γενικές γραμμές την έλεγες καλόβολο πλάσμα. Οι παραξενίες της δεν ήταν αριθμητικά, ούτε περισσότερες, ούτε λιγότερες από αυτές ενός μέσου ανθρώπου. Και η αλήθεια ήταν πως πάντα πάλευε να τις διορθώσει,  άλλοτε με επιτυχία, άλλοτε πάλι όχι. Μια μόνο εμμονή /συνήθεια δεν πάλεψε ποτέ να αλλάξει και αυτή αφορούσε το πρωτόκολλο του ύπνου...

Για να κοιμηθεί έπρεπε απαραίτητα στο κρεβάτι να υπάρχουν τρία μαξιλάρια και όταν λέμε τρία μαξιλάρια, εννοούμε τρία μαξιλάρια μόνο για εκείνη. Όσες φορές και αν προσπάθησε να θυμηθεί ποτέ απέκτησε αυτό το παράδοξο χούι, απέτυχε οικτρά...Όσο θυμόταν τον εαυτό της πάντα με τρία μαξιλάρια κοιμόταν.

Κάποιοι το θεωρούσαν μια μορφή διαστροφής, εκείνη από την άλλη το θεωρούσε απλή ιδιοτροπία. Άλλωστε καθημερινά γνώριζε ανθρώπους με διαφορά "φετίχ" ύπνου.  Ένας φίλος της δεν μπορουσε να κοιμηθεί αν υπήρχε ρολόι μέσα στο δωμάτιο. Λες και το τικ τακ των δευτερολέπτων τρυπούσε τον εγκέφαλο του. Μια άλλη γνωστή της πάλι ήθελε απόλυτο σκοτάδι, λες και ήταν νυχτερίδα. Ακόμα και μια αχτίδα φωτός να περνούσε από τις γρύλιες, το μάτι της άνοιγε αυτόματα.  Μια ξαδέλφη της για να κοιμηθεί έπρεπε να τρίβει τη γωνία μιας μαξιλαροθήκης. Στα χρόνια οι τρύπιες μαξιλαροθήκες γέμιζαν μπαούλο. Και η λίστα δεν είχε τελειωμό. Άλλοι θέλανε σκληρό στρώμα,  άλλοι μαλακό, άλλοι απόλυτη ησυχία, άλλοι μουσική, άλλοι κάποιον άλλο άνθρωπο δίπλα τους και άλλοι αδυνατούσαν να κοιμηθούν παρουσία άλλου. Λίγο πολύ λοιπόν όλοι είχαν μια μικρή προϋπόθεση ύπνου. Γιατί η δική της να είναι η πλέον παράλογη? Όχι μια χαρά νορμάλ παράνοια ήταν γιαυτό και δεν προσπάθησε ποτέ να την αλλάξει. Και όταν κάποιος την ρωτούσε έκπληκτος, γιατί τρία και όχι δύο ή τέσσερα? Εκείνη απαντούσε με φυσικότητα, πως τα μονά νούμερα πάντα έκρυβαν μεγαλύτερη μαγεία και πως το το ένα ήταν λίγο και το πέντε πολύ...

Γιατί είχε και αυτή την εμμονή με τους μονούς αριθμούς. Για έναν επίσης περίεργο λόγο  τους θεωρούσε ανώτερους των ζυγών. Έφτασε έτσι στα εξήντα τρία με μονό αριθμό κυκλοφορίας αυτοκινήτου, μονό τηλεφωνικό αριθμό,  μονό αριθμό παιδιών και φυσικά σταθερά τρία μαξιλάρια από τη δική της μεριά του κρεβατιού.

"Ρε γυναίκα κάθε βράδυ εδώ και τριάντα χρόνια τα τακτοποιείς τριγύρω σου και κάθε πρωί ξυπνάς με μονό το ένα... Απορώ δεν βαρέθηκες ???" την ρώτησε ένα βραδυ ο άντρας της και εκείνη τον στραβοκοίταξε ενοχλημένη.
"Όχι δεν βαρέθηκα! Λες και με γνώρισες χτες κάνεις..."  του είπε και ξάπλωσε σβήνοντας το πορτατίφ στο κομοδίνο της.
"Μα να έλεγα πως μένουν και τα τρία τη νύχτα στο κρεβάτι να το αποδεχτώ. Χτες το βράδυ το ένα το είχες πετάξει πάνω στο κεφάλι μου. Ασφυξία θα πάθω καμία ώρα..."  συνέχισε εκείνος την κρεβατομουρμούρα.
"Τι θες καλέ μου άνθρωπε νυχτιάτικα ???? Τόσα χρόνια μετά,  τώρα στα γεράματα βρήκες να ενοχληθείς???" είπε αναστενάζοντας εκείνη.
"Πάντα μου την έσπαγε που για να σε φτάσω έπρεπε να διασχίσω τις συμπληγάδες πέτρες από πούπουλα που σε περιτριγύριζαν. Όλες οι προσωπικές μας στιγμές περιλαμβάνουν εικόνες με μαξιλάρια που φύτρωναν εκεί που δεν τα έσπερναν. Αλλά όπως λες συνήθισα. Αυτό ρε γυναίκα που δεν συνηθίζεται όμως με τίποτα, είναι το μόνιμο άγχος μην μου έρθει κάνα μαξιλάρι κατακέφαλα, όπως τα εκσφενδονίζεις καμία φορά προς όλες τις κατευθύνσεις στον ύπνο σου. Και λογικό βρε μάτια μου, τρία μαξιλάρια για έναν άνθρωπο είναι πολλά... Σιγά μην μείνουν στη θέση τους." παραπονέθηκε εκείνος πιο γλυκά αυτή τη φορά.
"Θες να πάω στο παιδικό να κοιμάμαι ??? Δεν έχω πρόβλημα!" πρότεινε εκείνη και αυτός την κοίταξε σαν δαρμένο σκυλί.
"Από τότε που παντρευτήκαμε δεν κοιμηθήκαμε ένα βράδυ χωριά...και τώρα μου λες ότι βάζεις τα μαξιλάρια πάνω από μένα ??? Εξήγησε μου τουλάχιστον τον λόγο να καταλάβω..."
"Αχ μεγαλόχαρη, άυπνοι θα μείνουμε απόψε με τη μύγα που τον τσίμπησε...Δεν υπάρχει λόγος συγκεκριμένος. Απλα έτσι είμαι, έχω αυτή την παραξενιά και δεν στο έκρυψα από την αρχή. Πως εσύ για να πας τουαλέτα το πρωί διαβάζεις τις ετικέτες των απορυπαντικών,  έτσι και εγώ για να με πάρει ο ύπνος χρειάζομαι τρία μαξιλάρια που κατά τη διάρκεια της νύχτας καταλήγουν όπου βρουν. Απλά τα πράγματα!"ούρλιαξε απελπισμένη από την απροειδοποίητη συζυγική απόπειρα προπαγάνδας.
"Καλά βρε κορίτσι μου, μην φωνάζεις. Ορίστε κλείνω και εγώ το φως να κοιμηθούμε "  είπε και γύρισε πλευρό. Εκείνης όμως η νύστα είχε κάνει φτερά... Πάντα έτσι ήταν ορθολογιστής. Και πάντα αυτό την εκνεύριζε περισσότερο. Το αποτέλεσμα έπρεπε πάντα να έχει μια αιτία για εκείνον ...Αν δεν έβρισκε την αιτία μπορούσε να πέσει μέχρι και σε κατάθλιψη.
"Κοιμάσαι ???"
"Γιατί έχεις όρεξη για τίποτα πονηρό??"
"Θα την φας την μαξιλαριά και εκούσια!! Άλλο θέλω να σου πω.."
"Για πες..."
"Ξέρεις γιατί θέλω τρία μαξιλάρια?? Γιατί κάθε βράδυ δεν πέφτω μόνη μου για ύπνο."
"Για νέο μου το λες?  Μαζί μου πέφτεις. Αλλά εγώ έχω το δικό μου μαξιλάρι όπως βλέπεις"
"Σώπα και άκου! Κάθε βράδυ πέφτω για ύπνο μαζί με τους φόβους και τις ελπίδες μου. Για να κοιμηθώ λοιπόν πρέπει να κοιμηθούν και αυτά.  Στο ένα μαξιλάρι ξαπλώνω εγώ και στα άλλα δύο κοιμίζω φόβους και ελπίδες για να μην με κρατάνε ξάγρυπνη. Όταν εγώ πλέον κοιμηθώ φυσικά και κάνουν ότι γουστάρουν αλλά δεν με νοιάζει μιας και πλέον κοιμάμαι... Και φυσικά δεν μπορείς να βάλεις φόβους και ελπίδες μαζί στο ίδιο μαξιλάρι.. .θα αλληλοσκοτωθούν. Και εγώ δεν θέλω να τα ξεπαστρέψω. Ανόητη δεν είμαι, ξέρω πως τα χρειάζομαι και τα δύο για να συνεχίσω να ζω. Λίγο να με αφήνουν ήσυχη θέλω για να αποκοιμηθώ. Κατάλαβες τώρα???" είπε μέσα στο σκοτάδι και εκείνος ένιωσε συγκίνηση και αγάπη για τη σοφή γυναίκα του. Ναι ακόμα και η παραξενιά της ήταν όμορφη όπως την εξηγούσε, κατέληξε και άπλωσε το χέρι του να πιάσει το δικό της.   Αλλά αντί για το χέρι της έπιασε ένα μαξιλάρι και αμέσως μετά άκουσε την ήρεμη ανάσα της που πρόδιδε πως είχε αποκοιμηθεί. Ωραία όλα αυτά τα ποιητικά αλλά πάλι με το μαξιλάρι στο χέρι είχε μείνει!,  σκέφτηκε και χολωμένος ξαναγύρισε πλευρό._