Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Με μια σοκοφρέτα: Κεφάλαιο 20

-Ελπίδα, έχεις επισκέψεις..
-Σου είπα δεν θα δω κανέναν. Διώξε όποιον και αν ήρθε...είπε και γύρισε πλευρό
-Ελπίδα δεν φεύγει..και νομίζω πως με τον συγκεκριμένο πρέπει να μιλήσεις... Δύο εβδομάδες τώρα δεν δέχτηκες να μιλήσεις με κανέναν... Έδιωξα την μάνα σου...έδιωξα τα ξαδέλφια σου...Αλλά δεν πάει άλλο η κατάσταση... Είσαι με υπνωτικά δύο εβδομάδες...
-Δεν έχω μάνα...δεν έχω ξαδέλφια...δεν έχω κανέναν... ψέλλισε και χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα. Και ύστερα άκουσε μια φασαρία και πριν προλάβει να καταλάβει τι γινόταν κάποιος την ξεσκέπαζε απότομα και την σήκωνε με τη βία όρθια.
-Θα μου μιλήσεις ακόμα και αν το κάνεις με το ζόρι! απαίτησε ο Νίκος ενώ ο Αργύρης σαστισμένος στην πόρτα αμφιταλαντευόταν αν θα τον άφηνε να την πιέσει ή όχι. Και βλέποντας για πρώτη φορά μετά από τόσες μέρες λίγη ζωντάνια στο βλέμμα της αποφάσισε πως θα τον άφηνε και έκλεισε την πόρτα του υπνοδωματίου αφήνοντας τους μόνους.
-Τώρα που θέλετε εσείς να μιλήσετε , δεν θέλω εγώ... τόσο δύσκολο σας είναι να το δεχτείτε? είπε και προσπάθησε να ξανα ξαπλώσει αλλά ο Νίκος την σήκωσε πάλι όρθια και σέρνοντας την στο μπάνιο άρχισε να την καταβρέχει στο κεφάλι.
-Είσαι τρελός? Τι κάνεις???
-Προσπαθώ να σε συνεφέρω να μιλήσουμε!  Γιατί θα μιλήσουμε Ελπίδα!
-Με προδώσατε...
-Ναι εγώ ίσως και να σε πρόδωσα! Εκείνη όμως δεν σε πρόδωσε δευτερόλεπτο!
-Ψέματα...όλη η ζωή μου ένα ψέμα...
-Ελπίδα άκου με και άκου με καλά! Ο άνθρωπος που σου έχει σταθεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο κόντεψε να πεθάνει... Και εσύ αντί να είσαι δίπλα του κάθεσαι εδώ και κλαις τα δεινά που σε βρήκαν. Και ναι δεν λέω...Ήταν μεγάλο σοκ για σένα...Αλλά για ένα λεπτό σκέψου τι έχει περάσει εκείνη! Την χτυπούσε Ελπίδα...Χρόνια την χτυπούσε...και όταν δεν την χτυπούσε την πλήγωνε λεκτικά... Και εγώ ένα εξάμηνο είναι που ξέρω πως το έκανε συστηματικά ...Είχα μια πρώτη ένδειξη πολύ καιρό πριν αλλά νόμιζα πως δεν θα είχε συνέχεια. Αλλά έκανα λάθος! Και για χρόνια την πλήγωνε με κάθε δυνατό τρόπο και εκείνη άντεχε...έκανε υπομονή και δεν είχε πει κουβέντα σε κανέναν... Πως να ζητήσει βοήθεια από εσένα που δεν μπορούσες να διαχειριστείς ούτε τα δικά σου προβλήματα? Και ύστερα πέθανε ο πατέρας της και εσύ δεν εμφανίστηκες καν...Αλλά εκείνη σε συγχώρεσε... Και σαν να μην έφτανε η απώλεια της, έμαθε πως είσαστε και αδελφές... Και έπρεπε να στο κρύψει.. Σε αναζητούσε ο πατέρας σας πριν ξεψυχήσει μου είπε πριν από χρόνια και τότε δεν κατάλαβα λέξη... τώρα καταλαβαίνω γιατί...Μπες για λίγο στην θέση της...Όσο για μένα, με άκουσες εκείνο το βράδυ? Ποτέ της! Ποτέ της δεν με άφησε να την πλησιάσω ερωτικά...Και φορτώθηκε και αυτό να κουβαλάει... Τι να σου έλεγε? Θα μπορούσες να το αντέξεις? Το κατάπιε έτσι και με κάθε αφορμή με έσπρωχνε να είμαι δίπλα σου. Τι της χρεώνεις? Πρέπει να διαβάσεις την ομολογία του καθάρματος.... Τόσο άρρωστος είναι που τα περιέγραψε όλα στον ανακριτή με κάθε λεπτομέρεια...Έχει κατάγματα Ελπίδα στο θώρακα και μπορεί τελικά να κατάφεραν να σώσουν το νεφρό της και να ράψουν τα σχισίματα αλλά οι ψυχολόγοι λένε πως ίσως να μην καταφέρει το μυαλό της να ξεπεράσει το σοκ. Σαν σακί την κλωτσούσε ένας Θεός ξέρει πόση ώρα...και αυτό γιατί του είπε πως θα έφευγε... Γιατί νωρίτερα μας είχε δει μαζί... Γιατί την έβλεπα μια φορά την εβδομάδα από όταν κατάλαβα τι της έκανε το καθίκι για να βεβαιώνομαι πως δεν θα την σκοτώσει. Αλλά ήταν ανένδοτη να πάμε στην αστυνομία... Μέχρι τελευταία στιγμή τον προστάτευε... Εκείνον και εσένα προστάτευε και ορίστε τώρα...Εκείνος την έστειλε στο νοσοκομείο και εσύ ακόμα μια φορά την άφησες μόνη της! Ίδιοι λοιπόν είσαστε! Εκείνος την "σκότωσε" από κάθε άποψη και εσύ την σπρώχνεις μες τον τάφο στερώντας της το μόνο πράγμα που ίσως την βοηθήσει. Κάτσε λοιπόν εδώ με τα χάπια σου και κλάψε για τον χαμένο μας έρωτα... Κάτσε εδώ και κλάψε για τους γονείς σου που σε μια στιγμή ανάγκης σε έδωσαν...Κλάψε για τα ψέματα που αναγκάστηκε να σου πει για να μην περάσεις αυτό που περνάς τώρα θυσιάζοντας τον εαυτό της... Κλάψε παρέα με τον πληγωμένο σου εγωισμό και άσε την μόνη της! Κανένας μας δεν είναι άξιος της να ξέρεις... Εκείνος την έκανε κομμάτια, εσύ έριξες μια κλωτσιά και τα σκόρπισες και εγώ καθόμουν και σας κοιτούσα... Και οι τρεις μας θα πρέπει να ζήσουμε με τις τύψεις μας από εδώ και στο εξής! Και όλοι μας στο όνομα της γαμημένης της αγάπης...Στο όνομα της αγάπης...   είπε και θυμωμένος βγήκε από το μπάνιο αφήνοντας την Ελπίδα βρεγμένη στο πάτωμα να σκέφτεται τα λόγια του...


..................................................................................................................................................

Κοίταξε νευρικά τα χέρια της που έτρεμαν από αμηχανία και τα έδεσε μεταξύ τους για να τα σταματήσει.
-Συγνώμη που άργησα...
-Δεν πειράζει κάθισε...
-Πως είσαι Ελπίδα?
-Καλύτερα... Εκείνη πως είναι?
-Αύριο μας δίνουν εξιτήριο...
-Μίλησε καθόλου? Τρώει?
-Ελάχιστα και από τα δύο...
-Στο χωριό θα την πάρετε?
-Ναι...και θα την πηγαίνουμε για τακτικούς ελέγχους
-Εντάξει...Τα νομικά τα έχω τακτοποιήσει όπως σου είπα και την προηγούμενη φορά... Θα τον κλείσουμε μέσα Μαρία...βρήκα συνάδελφο που θα τον κάνει να πληρώσει για όλα όσα έκανε...
-Μακάρι....Γιατί δεν με αφήνεις να της πω τι έχεις κάνει ένα μήνα τώρα? Γιατί δεν έρχεσαι να την δεις η ίδια?
-Τίποτα δεν έχω κάνει... Μπροστά σε ότι έκανε εκείνη για μένα.. Και αν δεν έρχομαι δεν είναι γιατί δεν θέλω...αλλά γιατί ντρέπομαι...
-Ελπίδα η Βασούλα σε αγαπάει...Πάντα σε αγαπούσε... Μόνο το όνομα σου βγήκε από τα χείλι της όταν συνήλθε ...Αυτό και μετά σιωπή... Έλα να την δεις...
-Δεν είμαι καλός άνθρωπος Μαρία...Δύο φορές την πρόδωσα... Δύο... Ειλικρινά αυτή τη φορά κρατιέμαι μακρυά για να μην την πληγώσω άλλο...Είναι τόσο ευάλωτη αυτή τη στιγμή... Το ξέρω πως ίσως να με συγχωρέσει αλλά πλέον δεν μπορώ να συγχωρέσω εγώ τον εαυτό μου... Το μόνο που μπορώ να κάνω για να βρει λίγη ηρεμία η συνείδηση μου είναι αυτό που κάνω...Να βεβαιωθώ πως θα σαπίσει εκείνος στη φυλακή και να αφήσω τον Νίκο ελεύθερο να την βοηθήσει... Πες μου έχει καταφέρει τίποτα?
-Λίγα πράγματα...Μαζί του πάντα είναι ήρεμη... Τις ώρες που εκείνος έρχεται πάντα είναι πιο ήρεμη...
-Κάτι είναι και αυτό....Σιγά σιγά θα τον αφήσει να την πλησιάσει...Αν δεν είμαι εγώ στην μέση όλα θα διορθωθούν...
-Όχι Ελπίδα...κάνεις λάθος... Τίποτα δεν θα διορθωθεί...Σκέψου το λιγάκι και έλα να την δεις..Χωρίς εσένα δεν θα είναι ποτέ ίδια... Κανείς μας χωρίς εσένα δεν θα είναι ποτέ ίδιος... Αρκετά δεν υποφέραμε όλοι από αυτή την ιστορία? Έλα και δώσε ένα τέλος...Κάνε το όνομα σου το τέλος που όλοι θέλουμε...Δώσε μας Ελπίδα λίγη ελπίδα... , είπε η Μαρία και αφού την φίλησε βγήκε σκυφτή από την μικρή καφετέρια...

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ένα μικρό χτύπημα στο τζαμάκι της πόρτας της κουζίνας ακούστηκε μέσα στην ησυχία του σπιτιού. Η μάνα της είχε πάει στο νεκροταφείο. Θα αργούσε να γυρίσει... Μα ποιος μπορεί να χτυπούσε το τζαμάκι μες το μεσημέρι?  Με προσοχή έσπρωξε το φλιτζανάκι του μπαμπά της στο κέντρο του τραπεζιού και σηκώθηκε με δυσκολία να δει ποιος της χτυπούσε.

Πρώτα είδε την σοκοφρέτα....και ύστερα είδε το πρόσωπο της Ελπίδας..Και με δάκρυα στα μάτια άνοιξε την πόρτα... Και την έπιασε η Ελπίδα τρυφερά από το χέρι και την παρέσυρε στην αυλή με αργά προσεκτικά βήματα. Και την βοήθησε να ανεβεί πάνω στην μάντρα και κάθισε δίπλα της..
-Η τρίτη και φαρμακερή, είπε και ξετύλιξε την σοκοφρέτα. Και την έκοψε στην μέση και της έδωσε την μισή...
-Με αυτή τη σοκοφρέτα υπόσχομαι με μια σοκοφρέτα πάντα να γυρίζω πίσω.... Με μια σοκοφρέτα να σβήνω τα λάθη...Με μια σοκοφρέτα να κάνω καινούρια ξεκινήματα...Με μια σοκοφρέτα να βρίσκω το χαμένο δρόμο μου πίσω σε σένα...
-Υπόσχομαι....είπε η Βασούλα συγκινημένη...  Και την πήρε αγκαλιά η Ελπίδα και κλαίγοντας έφαγαν την σοκοφρέτα. Και λέρωσαν τα ρούχα τους με δάκρυα και σοκολάτα κάτω από το μεσημεριανό ήλιο...

Γιατί αυτή η ιστορία ξεκίνησε σε ένα μικρό χωριό με ένα σοκολατένιο λεκέ πάνω σε ένα καρό φορεματάκι, με ένα πιάτο φασολάδα λίγο πιο αλμυρό από το κανονικό λόγο κάποιων δακρύων και με δύο κοριτσάκια πάνω σε ένα μαντρότοιχο και τελείωνε με δύο γυναίκες πάνω στον ίδιο μαντρότοιχο με καινούριους λεκέδες από σοκολάτα και με γλυκά δάκρυα ελπίδας αυτή τη φορά._  

ΤΕΛΟΣ

Ποτέ στη ως τώρα ζωή μου δεν μπόρεσα να κατανοήσω τη βία σε οποιαδήποτε μορφή της, πόσο μάλλον μέσα σε μια σχέση αγάπης... Και όποτε την συνάντησα τυχαία σαν παρατηρητής πάντα το μυαλό μου αντανακλαστικά έτρεξε να την αφορίσει...Η ιστορία της Βασούλας ξεκίνησε να γράφεται πριν από σχεδόν δύο χρόνια και για πολύ καιρό έμενε στο "συρτάρι". Κάτι με δυσκόλευε σε αυτή την ιστορία... Ίσως επειδή το έναυσμα και η αφετηρίας της αφορούσε κάτι που προερχόταν από το άμεσο οικογενειακό μου περιβάλλον...και δεν αναφέρομαι για να είμαι ξεκάθαρη στην γυναικεία κακοποίηση που ήρθε και προστέθηκε στην πορεία από ένα άλλο ατυχές ερέθισμα.. Αυτή η ιστορία λοιπόν είναι εντελώς πλασματική εμπνευσμένη από τρεις διαφορετικές γυναίκες που συνάντησα στην ζωή μου... Τις δυο από αυτές θα μου επιτρέψετε να μην τις αναφέρω...στην τρίτη και σπουδαιότερη όμως θα  αφιερώσω αυτή την καλοκαιρινή νουβέλα με όλη μου την αγάπη...

Μικρή μου Ευτυχία....αδελφή μου εξ αίματος...αδελφή της ψυχής μου....αδελφή μου και φίλη μου ...
μπορεί η δική μας σχέση να μην έχει περάσει από όλα αυτά τα τραγικά που πέρασαν οι ηρωίδες αλλά η αγάπη μας είναι τόσο δυνατή και τόσο αδιαπέραστη όσο εκείνων...Συνένοχε σε  κάθε παιδική και μη τρέλα μου, συγκάτοικε του ενίοτε ταραγμένου μου νου, σταθερέ συνοδοιπόρε της ζωής μου.... σε ευχαριστώ ... απλά σε ευχαριστώ... Και ενώ ξέρω πως θα τρολάρεις αυτή την αφιέρωση με το μοναδικό σου τρόπο και θα με κάνεις να γελάω... εγώ θα συνεχίσω ως γνωστή κλαψιάρα και θα σου πω ακόμα μια φορά και δημόσια...πως ούτε χιλιόμετρα...ούτε χρόνια...ούτε λάθη... μπορούν να μας χωρίσουν... Σε αγαπώ μικρό μου αδελφάκι να το θυμάσαι...

Τέλος λοιπόν και για φέτος...Ελπίζω να το ευχαριστηθήκατε και αυτό το ταξίδι... Αποβίβαση από τη δεξιά αποβάθρα και προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας ;)

Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού
Με εκτίμηση
Δαμαλίτη Ιωάννα


Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 19

Ένας μονότονος επαναλαμβανόμενος ήχος, μια μεταλλική γεύση στο στόμα και σκοτάδι. Και ύστερα ένας ύπνος. Ένας ύπνος βαθύς και ήρεμος. Ένας ύπνος επιτέλους χωρίς εφιάλτες... Και ύστερα κάποιες φωνές να προσπαθούν να την βγάλουν από τον ύπνο και εκείνη να αρνείται..Να θέλει να φωνάξει "αφήστε με να κοιμηθώ" αλλά να μην μπορεί... Και εκείνη η μεταλλική γεύση σταθερά μέσα στο στόμα της. Και ο πόνος επιτέλους να έχει σβήσει...
"Ναι αφήστε με να κοιμηθώ...."

Τρεις ώρες άντεξε την αναμονή... Και ύστερα που το σκεφτόταν μάλωνε τον εαυτό του που δεν είχε ακούσει νωρίτερα τον ένστικτο του.. Αν το είχε κάνει ίσως και να είχε προλάβει. Τρεις ώρες καθόταν μπροστά στο κινητό του και περίμενε. Και κάθε λεπτό που περνούσε χωρίς το κινητό να χτυπάει, σαν κόκκος άμμου στην κλεψύδρα μέσα του καθόταν η ανησυχία. Και κόκκο τον κόκκο ξεχείλισε και ετοιμαζόταν να τον καταπιεί. Βούτηξε τα κλειδιά και  βγήκε στο δρόμο σαν τρελός..Γιατί την είχε ακούσει? Γιατί την είχε αφήσει να γυρίσει πίσω? Μικρές επιλογές που κάνουν οι άνθρωποι σε διάφορα σταυροδρόμια χωρίς να ξέρουν τις συνέπειες...

Μα γιατί δεν είχε στείλει ένα μήνυμα? Το φως στο διαμέρισμα της πρόδιδε πως κάποιος ήταν πάνω...Γιατί τον άφηνε σε αυτή την αγωνία... ? Δέκα λεπτά καθόταν στο αυτοκίνητο προβληματισμένος να μην ξέρει τι να κάνει...και άλλες ανώφελες καθυστερήσεις... Και νίκησε επιτέλους η αγωνία και έτρεξε στην είσοδο της πολυκατοικίας την ώρα που κάποιος έβγαινε... Και ανέβηκε τις σκάλες λαχανιάζοντας για να κοντοσταθεί μαρμαρωμένος μπροστά στην μισάνοιχτη πόρτα του διαμερίσματος που ένα αεράκι την έκανε να κινείται ρυθμικά και να χτυπάει επαναλαμβανόμενα μαλακά. Και το χέρι του έτρεμε όσο έσπρωχνε την πόρτα τρομαγμένος. Δεν μπορεί...Δεν μπορεί να συνέβαινε αυτό σκέφτηκε μπαίνοντας μέσα στο φωτισμένο δωμάτιο. Και αναζήτησε με την ματιά του εκείνη αλλά δεν την έβλεπε πουθενά. Και ένιωσε μια προσωρινή ανακούφιση όταν πρόσεξε στο πάτωμα ένα πόδι πίσω από τον καναπέ να εξέχει. Και έτρεξε πανικόβλητος για να αντικρίσει ένα ανθρώπινο κουβάρι μέσα στο αίμα.

Όχι!!!! ούρλιαξε και προσπάθησε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει. Όχι άλλες καθυστερήσεις, απαίτησε από τον εαυτό του και προσπάθησε να σκεφτεί καθαρά τι έπρεπε να κάνει. Και τα χέρια του να τρέμουν και να μην βοηθάνε να σχηματίσει τον αριθμό... Και η φωνή του μπερδεμένη να προσπαθεί να δώσει οδηγίες. Και ύστερα η αναμονή... ποτέ του δεν θα ξεχνούσε εκείνη την αναμονή... Να θέλει να την πάρει αγκαλιά και να φοβάται μην της κάνει έτσι περισσότερο κακό... Να της μιλάει χωρίς να ξέρει αν τον ακούει. Και να σκύβει συνεχώς από πάνω της μετρώντας κάθε αδύναμη ανάσα που εκείνη έβγαζε...

Μια ανάσα. Θα τον σκότωνε...
Δυο ανάσες. Πως μπόρεσε να της το κάνει αυτό...?
Τρεις ανάσες..Πως μπόρεσε και ο ίδιος να μην ακούσει το ένστικτο του νωρίτερα..?
Τέσσερις ανάσες... Κάνε υπομονή έρχονται...
Πέντε ανάσες....  Μακάρι να μην πονάει....κάνε τουλάχιστον να μην πονάει..
Έξι ανάσες...  Βασούλα μου....γλυκιά μου Βασούλα...
Μα γιατί δεν ανέπνεε? Όχι!! ούρλιαξε και έσκυψε στο στόμα της.. Και ενώ δεν το είχε ξανά κάνει ποτέ άρχισε να φυσάει ρυθμικά μέσα σε εκείνο. Και η μεταλλική γεύση από το αίμα να τον πνίγει, αλλά εκεί να επιμένει. "Δεν θα πεθάνεις σου λέω!!!" να ουρλιάζει και να συνεχίζει. Πνοή από την πνοή μου να λέει σε επανάληψη από μέσα του και ο χρόνος να χάνει κάθε διάσταση. Δευτερόλεπτα?Λεπτά? 'Ωρες? Χρόνια? Αιώνες? Ιδέα δεν είχε μετά για πόση ώρα σκυμμένος πάνω από εκείνη προσπαθούσε. Δύο χέρια όμως τον απομάκρυναν μαλακά... Επιτέλους κάποιος θα την βοηθούσε ,κάποιος που ήξερε τι να κάνει. Και σωριάστηκε σε μια καρέκλα προσπαθώντας να καταλάβει τι γινόταν. Αλλά τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια του δεν τον άφηναν να δει καθαρά...

-Την μεταφέρουμε στο νοσοκομείο, με ακούτε κύριε? είπε ένας αστυνομικός
-Πρέπει να ειδοποιήσω τους δικούς της..μουρμούρισε σαστισμένος
-Ναι αυτό να κάνετε και άμεσα γιατί τα πράγματα δεν είναι πολύ καλά..Εσείς ειδοποιήσατε το ΕΚΑΒ? Εσείς την βρήκατε?
-Ναι...
-Ξέρετε ποιος μπορεί να το έχει κάνει?
-Πρέπει να ειδοποιήσω τους δικούς της...Πρέπει να ειδοποιήσω την Ελπίδα...
-Κύριε είσαστε σε κατάσταση σοκ... Θέλετε να μου δώσετε  τα νούμερα να πάρω εγώ? πρότεινε ο αστυνομικός και ο Νίκος του έδειξε δύο αριθμούς στο κινητό του με τα χέρια του που ακόμα έτρεμαν και που ήταν πασαλειμμένα πλέον με αίμα...Με το δικό της αίμα...

..........................................................................................................

-Μάνα ξύπνα! Μάνα η Βασούλα
-Μαρία? Τι έγινε παιδί μου?
-Μάνα ντύσου γρήγορα..απέξω είναι ο Γιώργος με το αυτοκίνητο θα σου εξηγήσω στο δρόμο
-Που πάμε?
-Στην Αθήνα μάνα...Γρήγορα μόνο, γρήγορα!! είπε η Μαρία και έφερε στην κυρά Θοδώρα ένα φόρεμα από την ντουλάπα
-Πες μου τι έγινε Μαρία τώρα! απαίτησε εκείνη στρώνοντας τα ανακατωμένα μαλλιά της
-Στο νοσοκομείο μάνα...Έχουν την Βασούλα στο νοσοκομείο. Λεπτομέρειες δεν ξέρω... Η θεία με πήρε τηλέφωνο που την πήρε ένας αστυνομικός από την Αθήνα. Πήρε εμένα γιατί ήξερε πως έχουμε αμάξι για να μην καθυστερήσουμε. Έχω ενημερώσει ήδη την Γωγώ και τον Στέλιο. Από το δρόμο θα πάρω και τον Λευτέρη. Έλα μάνα μην τρέμεις σε παρακαλώ... παρακάλεσε η Μαρία και βοήθησε την κυρά Θοδώρα να φορέσει τα παπούτσια της.
-Το ήξερα...το ήξερα... ψέλλιζε επαναλαμβανόμενα η κυρά Θοδώρα σαστισμένη αλλά η Μαρία δεν την άκουγε. Την έσπρωχνε μαλακά έξω από το σπίτι και την έβαζε μέσα στο αυτοκίνητο.

Και ένα αεράκι παγωμένο να φυσάει ρυθμικά και να σηκώνει σκόνη...

.....................................................................................................................

Πρώτη στο νοσοκομείο έφτασε η Ελπίδα αλλά κανένας δεν της έλεγε τίποτα. Την είχαν λέει μέσα στο χειρουργείο , μόνο αυτό της είχαν πει. Και ο αστυνομικός που την είχε πάρει τηλέφωνο δεν είχε πει λεπτομέρειες. Πηγαινοερχόταν έτσι ανήσυχη στον άδειο διάδρομο μην ξέροντας τι να κάνει..πως να βοηθήσει, με έναν πανικό να την κυκλώνει όλο και πιο απειλητικά. Προσπάθησε να πάρει τον Μάνο αλλά εκείνος δεν το σήκωνε. Η μάνα της την είχε ενημερώσει ήδη ότι όλοι ήταν καθ οδόν από το χωριό αλλά και εκείνους η αστυνομία τους είχε ενημερώσει.. Ιδέα δεν είχαν τι μπορεί να είχε συμβεί.

Και ο χρόνος να κυλάει αργά και καμία ενημέρωση... Και εκεί στην είσοδο για τα χειρουργεία ένας αστυνομικός να στέκεται κάνοντας την Ελπίδα να αναρωτιέται για ποιο λόγο. Και άρχισαν να καταφτάνουν ένας ένας όλοι τους, ανήσυχοι και σαστισμένοι... Η μάνα της με μάτια κόκκινα να κρατάει αγκαλιά την κυρά Θοδώρα που κόντευε να καταρρεύσει. Η Γωγώ με τον Στέλιο να σταματάνε όποιον έβγαινε παρακαλώντας για μια ενημέρωση. Και η Μαρία να μιλάει στο τηλέφωνο.
'Ώσπου επιτέλους ένας γιατρός βγήκε από εκεί μέσα και όλοι έτρεξαν γύρω του.

-Έχει χάσει πολύ αίμα.... Η αιμοδοσία είναι στον πρώτο όροφο. Όσο περισσότερες φιάλες μπορέσετε να μαζέψετε καλό θα ήταν .Η επίθεση που υπέστει ήταν τόσο σφοδρή που υπάρχει εκτεταμένη βλάβη σε όλη την κοιλιακή περιοχή.  Χρειάστηκε να αφαιρέσουμε το ένα νεφρό. Είχε υποστεί πλήρη ρήξη. Δεν γινόταν τίποτα για να το σώσουμε. Αυτή τη στιγμή παλεύουμε να σώσουμε το δεύτερο αλλά τα πράγματα είναι δύσκολα. Την βάλαμε ήδη στην λίστα για μεταμόσχευση αλλά καλό θα ήταν αν υπάρχουν αδέλφια να σκεφτούν την πιθανότητα δωρεάς.. Θα χρειαστεί να γίνουν εξετάσεις συμβατότητας αλλά επειδή ο χρόνος μας κυνηγάει καλό θα ήταν να είμαστε προετοιμασμένοι στο ενδεχόμενο αυτό από τώρα. Τα κατάγματα και οι εκδορές είναι δευτερευούσης σημασίας, αυτή τη στιγμή προτεραιότητα έχει να σταματήσουμε την αιμορραγία στην κοιλιακή περιοχή και να διασώσουμε το νεφρό της. Θα πάρει χρόνο η επέμβαση. Μόλις έχω νεώτερα θα σας ενημερώσω" είπε ψυχρά ο χειρούργος και εξαφανίστηκε και πάλι πίσω από την κλειστή πόρτα.

Μουδιασμένοι όλοι τους προσπάθησαν να καταλάβουν τι τους είχε μόλις πει. Πρώτοι ο Γιώργος και ο Στέλιος έφυγαν προς την αιμοδοσία ενώ η Μαρία και η Γωγώ έφυγαν για να βρουν πληροφορίες σχετικά με τη δωρεά νεφρού. Η Ελπίδα θέλησε να πάει και εκείνη μαζί τους αλλά η Μαρία την παρακάλεσε να καθίσει με την μάνα και τη θεία της.
-Ελπίδα θα σου μεταφέρουμε ότι μάθουμε..Ας είναι κάποιος εδώ μαζί τους..της είπε ήρεμα και εκείνη δέχτηκε.
-Έλα Θοδώρα μην χάνεις το κουράγιο σου...παρακάλεσε η κυρά Χαρά
-Ποιος.... ποιος έκανε τέτοιο κακό στο παιδί μου???  Ελπίδα εσύ ξέρεις κάτι??? Πες μου σε ικετεύω...
-Θεία δεν έχω ιδέα... Και προσπαθώ ειλικρινά να επικοινωνήσω με τον μόνο άνθρωπο που ίσως ξέρει αλλά δεν μου το σηκώνει...
-Ελπίδα ρώτα παιδί μου τον αστυνομικό στην  πόρτα...Αυτός μπορεί να ξέρει Τουλάχιστον να μάθουμε ποιος την βρήκε...
-Εντάξει μαμά θα πάω... είπε η Ελπίδα και σηκώθηκε από την καρέκλα που καθόταν. Πλησίασε με αργά βήματα τον αστυνομικό και μαζεύοντας το κουράγιο της παρακάλεσε να μάθει ποιος είχε βρει την Βασούλα. Και όσο ο αστυνομικός προσπαθούσε να της εξηγήσει πως δεν γνώριζε το όνομα του κυρίου που την είχε βρει, άνοιξε η πόρτα του ανελκυστήρα και από μέσα βγήκε ο Νίκος συνοδεία δύο άλλων αστυνομικών. Και έκπληκτη η Ελπίδα προσπαθούσε να καταλάβει πως ο Νίκος είχε βρεθεί εκεί για να μείνει στήλη άλατος όταν ο αστυνομικός μπροστά της της τον έδειχνε λέγοντας της πως αυτός ο κύριος είχε ειδοποιήσει. Σαστισμένη έτρεξε κοντά του και χώθηκε στην αγκαλιά του. Και μόνο τότε πρόσεξε τα αίματα στα ρούχα του και τραβήχτηκε απότομα.
-Τι συμβαίνει? Γιατί είσαι εδώ? Γιατί είσαι ματωμένος? Τι έπαθε η Βασούλα? Μίλα! ούρλιαξε και όλοι γύρισαν προς το μέρος τους
-Ελπίδα σύνελθε! Ξέρεις που μπορεί να είναι ο Μάνος?
-Δεν μπορώ να τον βρώ!!! Τι τρέχει? Πες μου!!! είπε και άρχισε να τον χτυπάει μανιασμένη και απορροφημένοι όλοι με το σκηνικό που παιζόταν ανάμεσα στην Ελπίδα και τον Νίκο δεν πρόσεξαν τον Μάνο που προχωρούσε με αργά βήματα στο διάδρομο προς το μέρος τους. Πρώτος ο Νίκος τον είδε και σπρώχνοντας την Ελπίδα από μπροστά του έτρεξε με φόρα κατά πάνω του ουρλιάζοντας "Θα σε σκοτώσω!!!!"  Και πριν προλάβουν οι αστυνομικοί να τους χωρίσουν αίμα έτρεχε από το δεξί μάγουλο του Μάνου που δεν έκανε τίποτα να υπερασπιστεί τον εαυτό του παρά κοιτούσε βλοσυρός τον Νίκο.
-Είσαι δειλός παλιομαλάκα! Θα σε σκοτώσω στο λέω!!! ούρλιαζε όσο ο αστυνομικός τον τραβούσε μακρυά από τον Μάνο
-Αν δεν την έχω εγώ ...δεν θα την έχεις και εσύ...κανένας δεν θα την έχει...  είπε ο Μάνος όσο ο άλλος αστυνομικός του περνούσε τις χειροπέδες και πλέον δύο αστυνομικοί κρατούσαν τον Νίκο που πάλευε να τους ξεφύγει.
-Θα σου περάσω και εσένα χειροπέδες αν δεν ηρεμήσεις..απείλησε ο ένας τους και ο Νίκος σωριάστηκε σε μια καρέκλα...
-Ο Μάνος....ο Μάνος της το έκανε? Και εσύ? Εσύ το ήξερες??? Πόσο καιρό την χτυπούσε?? Μίλα Νίκο... απαίτησε η Ελπίδα που δάκρυα έτρεχα ανεξέλεγκτα από τα μάτια της
-Ελπίδα...εκείνη θα σου τα έλεγε όλα...Αύριο θα στα έλεγε όλα...
-Δεν καταλαβαίνω τίποτα....Γιατί μίλησε σε σένα και όχι σε μένα? Εσύ και η Βασούλα μήπως? Όχι δεν μπορεί...δεν μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο...Πες μου ότι κάνω λάθος!!!
-Ελπίδα...εκείνη ποτέ...ποτέ δεν έκανε κάτι που θα σε πλήγωνε...ποτέ.... Εγώ όμως την αγαπάω...και τώρα θα την χάσω....θα την χάσω Ελπίδα... είπε και ξέσπασε σε λυγμούς και η Ελπίδα πισωπάτησε σοκαρισμένη σε αυτό που είχε ακούσει! Δεν μπορεί να είχε ακούσει καλά...Δεν μπορεί ο Νίκος να αγαπούσε την Βασούλα... Σαν δαιμονισμένη άρχισε να τρέχει στους διαδρόμους αναζητώντας την έξοδο. Λίγο αέρα, έπρεπε να πάρει λίγο αέρα...

Πως? Πως δεν είχε καταλάβει τίποτα τόσο καιρό? Γιατί δεν της είχε πει τίποτα η Βασούλα? Γιατί? Και με το παράπονο να μεγαλώνει μέσα της κάθισε κατάχαμα δίπλα σε ένα κάδο στο προαύλιο του νοσοκομείου και κουλουριάστηκε προσπαθώντας να καταλάβει. Ο Νίκος αγαπούσε την Βασούλα...Ο δικός της Νίκος...η δική της Βασούλα... και εκείνη τώρα χαροπάλευε.. και εκείνος θρηνούσε... Πως θα το διαχειριζόταν όλο αυτό, σκέφτηκε και δεν κατάλαβε τις δύο γυναίκες που στεκόντουσαν λίγα μέτρα παραδίπλα αγνοώντας την.  Μόνο άκουσε τις φωνές τους που ο αέρας παρέσερνε προς εκείνη. Σκόρπια λόγια...κομματάκια ενός παζλ .... ενός παράλογου και αδιανόητου παζλ που σιγά σιγά έπαιρνε σχήμα μέσα στο θολωμένο της μυαλό

-Χαρά πρέπει να μάθει!
-Όχι Θοδώρα... όχι τώρα...
-Δεν στο ζητάω, το απαιτώ! Πρέπει να μάθει απόψε!
-Το παιδί μου Θοδώρα... θα χάσω το παιδί μου...Λυπήσου με.. Την είδες πως έφυγε... Ο άντρας της Θοδώρα...Ο άντρας που αγάπησε όσο κανέναν άλλο με τη Βασούλα...Καταλαβαίνεις τι έχει συμβεί...?Αν μάθει και αυτό δεν θα το αντέξει...
-Χαρά έχασα ένα παιδί πριν από χρόνια και δεν σκοπεύω να χάσω και δεύτερο! Η Ελπίδα πρέπει να μάθει πως η Βασούλα είναι αδελφή της. Πρέπει να την βοηθήσει αν προκύψει ανάγκη! Πρέπει να την συγχωρέσει! Η Βασούλα το ξέρεις πως το ξέρει ήδη...και ξέρεις πόση αυτοθυσία χρειάστηκε από μέρους της για να μην της το πει...Δεν σου το ζητάω λοιπόν. Το απαιτώ! Καλύτερα να το μάθει από σένα παρά από μένα...Διάλεξε Χαρά θα την πάρεις εσύ τηλέφωνο ή εγώ? Πρέπει να επιστρέψει, η Βασούλα την έχει ανάγκη περισσότερο από κάθε φορά!
-Εντάξει Θοδώρα...θα την πάρω εγώ...αλλά το κρίμα στο λαιμό σου αν πάθει κάτι το παιδί μου....
-Χαρά μην ξεχνάς πως είναι και δικό μου παιδί...είπε η Θοδώρα πικραμένη όσο η Χαρά σχημάτιζε το νούμερο... Και ακούστηκε μέσα στην ησυχία της νύχτα μια μελωδία πίσω από τον κάδο... Και σηκώθηκε η Ελπίδα τρέμοντας κοιτώντας και τις δύο τους με αηδία και απογοήτευση... Και άρχισε να τρέχει και πάλι μακρυά...Όσο πιο μακρυά μπορούσε από όλους εκείνους που με τα ψέματα τους χρόνια τώρα την κρατούσαν στην άγνοια... Λες και μπορείς να τρέξεις μακρυά από την μοίρα σου ...λες και μπορείς να τρέξεις μακρυά από την ιστορία σου...λες και μπορείς να τρέξεις μακρυά από την αλήθεια...


Με μια σοκοφρέτα:Κεφάλαιο 18

-Νιώθω τόσο περίεργα... Και είναι τόσο επίμονος και τόσο γλυκός... Και Βασούλα μπορεί να μην μοιάζει με αυτό που έζησα με τον Νίκο αλλά είμαι καλά...Είμαι ήρεμη και αυτό έχω ανάγκη τώρα... λες να κάνω λάθος?
-Δεν ξέρω Ελπίδα...
-Πως δεν ξέρεις? Εσύ δεν μου είπες στην Αγγλία να θυμάμαι πως δεν υπάρχει λάθος και σωστό?
-Ναι το είπα...
-Τι έχεις Βασούλα μου?
-Τίποτα μια χαρά είμαι...
-Αγχωμένη για το γάμο είσαι? Είναι νωρίς ακόμα μην το σκέφτεσαι...Μέχρι το καλοκαίρι έχουμε καιρό. Και μην ανησυχείς παρέα θα πάμε στο χωριό να το πούμε στους δικούς σου...Αχ πόσο χαίρομαι για σένα να ήξερες!
-Το ξέρω..
-Λοιπόν και συνεχίζω... Ξέρεις που έκλεισε ο Αργύρης να πάμε την Παρασκευή που έρχεται?? Σε ένα εξαιρετικό μαγαζί που καιρό είχα βάλει στο μάτι αλλά που χρειαζόταν μήνες πριν κράτηση! Και εκείνος την είχε κάνει Βασούλα και ας μην ήξερε αν θα ήμασταν μαζί.. Δεν είναι πολύ γλυκό και ρομαντικό από μέρους του?
-Ναι .. είναι.. πολύ χαίρομαι και εγώ για σένα...
-Είδες ρε Βασούλα όλα καλά θα πάνε. Εσύ θα παντρευτείς τον Μάνο και εγώ που θα πάει, θα ξαναγεννηθώ από τις στάχτες μου... Είμαι σε καλό δρόμο σου λέω. Η μάνα μου δε όταν της είπα πως βγαίνω πλέον με τον Αργύρη μόνο τα κλάματα δεν έβαλε από την χαρά της. Ναι όλα καλά θα πάνε...
-Ναι όλα καλά θα πάνε, είπε η Βασούλα και αγκάλιασε την αισιόδοξη Ελπίδα λίγο πιο σφιχτά από συνήθως... Και την φίλησε και έφυγε βγαίνοντας στην βροχή για να επιστρέψει σπίτι της. Ο Μάνος μέρες τώρα κουβαλούσε τα τελευταία του πράγματα και όλα τα δωμάτια έμοιαζαν βομβαρδισμένα. Σιγά σιγά θα τα τακτοποιούσε όλα.

Η προθεσμία του εξαμήνου άλλωστε κόντευε να εκπνεύσει. Ο Νίκος πλέον θα είχε βεβαιωθεί πως δεν διέτρεχε κανέναν κίνδυνο και θα αραίωναν και εκείνες τις συναντήσεις που  σαν βαρίδι την έδεναν με τον άνθρωπο που κάποτε είχε υπάρξει.Γιατί πλέον το μόνο που την κρατούσε σε επαφή με τον αλλοτινό εαυτό της ήταν το βλέμμα εκείνου όποτε την συναντούσε. Αυτή η μικρή κλωστίτσα...που σύντομα θα κοβόταν.. Και μπορεί εκείνος να είχε παραιτηθεί από την προσπάθεια να της αλλάξει γνώμη για τον γάμο, αλλά συνέχιζε και ερχόταν. Καθόταν μαζί της δέκα λεπτά έξω από το ξενοδοχείο μέχρι εκείνη να κάνει δύο τσιγάρα και ύστερα έφευγε. Και όλα αυτά πια μέσα στην απόλυτη σιωπή....Από παντού σιωπή... Μέσα της ...γύρω της...

-Που θα πας μωρό μου?
-Να δώσω κάτι σημειώσεις σε μια συνάδελφο δεν θα αργήσω..Θες να έρθεις μαζί?
-Όχι άστο, θα κάτσω να κάνω πρόβα ένα κομμάτι καινούριο
-Δεν θα αργήσω , είπε και βγήκε από το διαμέρισμα κρατώντας ένα μεγάλο κλασέρ.

Και άφησε  ο Μάνος βιαστικά την κιθάρα από χέρια του τη στιγμή που η πόρτα έκλεισε πίσω της. Κάτι δεν πήγαινε καλά... Τους τελευταίους μήνες η Βασούλα είχε γίνει ότι εκείνος ήθελε, αλλά δεν του άρεσε. Ναι το παραδεχόταν... καθόλου δεν του άρεσε ! Γιαυτό και την είχε απατήσει με ευκολία τότε τα Χριστούγεννα. Επιτέλους μπορούσε και λειτουργούσε και με άλλες γυναίκες! Τελικά δεν τον είχε ευνουχίσει εντελώς όπως νόμιζε. Και θα την είχε παρατήσει αν δεν είχε αυτό το προαίσθημα ότι κάτι δεν κολλούσε σε αυτή την απότομη μεταστροφή. Αλλά όσο και αν έψαχνε, όσο και αν την παρατηρούσε, τίποτα δεν έβρισκε  και αυτό τον εκνεύριζε απίστευτα. Αντί λοιπόν να φύγει μακρυά από αυτή την χλιαρή εκδοχή της Βασούλας που δεν τον έφτιαχνε πια σε κανένα επίπεδο έκανε το πλέον παράλογο και της ξαναζήτησε να παντρευτούν! Και εκείνη είχε δεχτεί αμέσως. Χωρίς ενθουσιασμό...χωρίς όμως και δυσφορία. Και αυτό τον μπέρδεψε ακόμα περισσότερο...  Σίγουρα κάτι δεν πήγαινε καλά... Το μόνο που είχε καταφέρει να εντοπίσει ήταν πως κάθε Παρασκευή βράδυ κάτι είχε να κάνει. Δεν ήξερε πόσο καιρό γινόταν αυτό γιατί εδώ και μήνες κάθε Παρασκευή έλλειπε από το σπίτι. Μια καινούρια συνεργασία τον υποχρέωνε να δουλεύει από Παρασκευή ως Κυριακή. Αλλά τις τρεις τελευταίες Παρασκευές λόγω κρίσης οι εμφανίσεις είχαν μειωθεί και κάθε Παρασκευή η Βασούλα έφευγε για λίγη ώρα. Αυτό το λίγη ώρα ήταν που δεν τον είχε προβληματίσει αρχικά. Σε μία ώρα είχε επιστρέψει τις δύο προηγούμενες φορές και αυτό τον είχε καθησυχάσει. Αλλά όταν του ανακοίνωσε πως και αυτή την Παρασκευή θα έφευγε ο διάολος μπήκε μέσα του. Δεν έμοιαζε για κάτι πονηρό εκ πρώτης όψεως, Εκείνη ούτε ενθουσιασμένη έδειχνε, ούτε βιαστική και πάντα του πρότεινε να πάει μαζί της. Και όμως η ευλάβεια που επαναλαμβανόταν το σκηνικό κάθε Παρασκευή εκείνον τον ενοχλούσε. Γιαυτό και απόψε θα την ακολουθούσε και θα μάθαινε... Το πιθανότερο ήταν να παραλογίζεται... Λες και ο σαδιστής που έκρυβε μέσα του ζητούσε αφορμές για να ξαναβγεί στην επιφάνεια. Και την ώρα που έβγαινε πίσω της με διαφορά λεπτών, σκέφτηκε πως ειλικρινά δεν ήξερε τι προτιμούσε να δει απόψε.... Μια Βασούλα να παραδίδει ένα κλασέρ σημειώσεις για να επιβεβαιώσει πως όλα μεταξύ τους είχαν τελειώσει ή κάτι άλλο???

...................................................................................................................................................................  
-Σήμερα θα μπούμε μέσα στο ξενοδοχείο για τον καθιερωμένο έλεγχο. Έχεις πρόβλημα? είπε σπάζοντας την σιωπή τόσων συναντήσεων και εκείνη τηρώντας την, απλά ένευσε συγκαταβατικά. Και την έπιασε μαλακά από το χέρι και την οδήγησε στο εσωτερικό του ξενοδοχείου. Προσπέρασαν την ρεσεψιόν και στάθηκαν ακόμα μια φορά μπροστά στον ανελκυστήρα. Αυτή τη φορά ελάχιστοι άνθρωποι περίμεναν μαζί τους. Προβληματισμένος φαινόταν ο Νίκος όσο ο ανελκυστήρας ανέβαινε, διαπίστωσε με πλήρη απάθεια η Βασούλα . Και ακόμα και όταν ξεκλείδωσε ένα δωμάτιο με μια κάρτα δεν μπόρεσε να αντιδράσει. Λες και πλέον δεν την ένοιαζε απολύτως τίποτα.

-Με τη σημερινή συνάντηση ολοκληρώνεται το εξάμηνο, το ξέρεις? την ρώτησε κλείνοντας την πόρτα πίσω τους
-Το ξέρω, αποκρίθηκε εκείνη και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.
-Επιμένεις να θες να κάνεις αυτή την τρέλα? συνέχισε εκείνος γονατίζοντας μπροστά της
-Ναι... ψιθύρισε εκείνη χωρίς να τον κοιτάζει
-Ωραία...αυτή είναι και η τελευταία φορά που βρισκόμαστε. Βίον ανθόσπαρτο και καλά στέφανα , πέταξε ειρωνικά ενώ απομακρυνόταν πληγωμένος από κοντά της
-Ευχαριστούμε , είπε εκείνη χωρίς να αλλάξει έκφραση
-Και τώρα γδύσου. Μέχρι απόψε ήταν αρκετό να βλέπω πως δεν έχεις σημάδια σε εμφανή σημεία... Απόψε θέλω να βεβαιωθώ πως δεν υπάρχουν κρυμμένα, απαίτησε με γυρισμένη την πλάτη. Και πριν προλάβει να ολοκληρώσει την πρόταση του εκείνη είχε αρχίσει ήδη να βγάζει πειθήνια τα ρούχα της. Και όσο δεν την άκουγε να του απαντάει στην παράλογη απαίτηση του, γύρισε μπερδεμένος για να την βρει γυμνή μπροστά του.
-Τι σου έχει κάνει ρε Βασούλα.....? Η ζημιά έχει ξεφύγει πολύ παραπάνω από αυτό που φοβόμουν.... Ντύσου σε παρακαλώ.... της είπε συντετριμμένος και της έδωσε τα ρούχα της
-Μα γιατί το λες αυτό...Ούτε μισό σημάδι...Κοίτα... τον προέτρεψε απομακρύνοντας τον σωρό από τα ρούχα που κουβάρι της είχε αφήσει στην αγκαλιά της.
-Θα τον σκοτώσω , μα τον θεό θα τον σκοτώσω στο λέω...είπε και με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του την πήρε αγκαλιά έτσι γυμνή...
-Πως σε μετέτρεψε σε αυτό το πλάσμα...?Πως τα κατάφερε...? Που είναι η Βασούλα που είδα στο χωριό τότε? Τι της έχει κάνει....?Την κομμάτιασε...Η Βασούλα που ήξερα δεν θα δεχόταν από κανέναν να απαιτήσει να γυμνωθεί μπροστά του με το έτσι θέλω...Πόσο μάλλον σε εμένα... Που είσαι??? Κάπου εκεί μέσα είσαι εσύ δεν μπορεί να χάθηκες για πάντα...Έλα πίσω!  Βρίσε με! Αυτό ήθελα! Αυτό ήλπιζα!!!! Να ζητήσω κάτι τρελό για να σε ξυπνήσω αλλά απέτυχα.... Σε παρακαλώ...γύρνα πίσω!!! Γύρνα και ας μην σε έχω ποτέ... Απλά γύρνα σε ικετεύω, την παρακάλεσε και εκείνη ξαφνικά συνειδητοποίησε τι συνέβαινε... Ήταν γυμνή και ήταν μέσα στην αγκαλιά του...Εκείνη την αγκαλιά που θύμιζε τόσο εκείνη την ανιδιοτελή αγκαλιά που είχε χάσει οριστικά. Και με τα λόγια του καταπέλτες να την χτυπάνε από παντού ένας τεράστιος πόνος την πλημμύρισε από παντού και ήταν τόσο μεγάλος και τόσο ανυπόφορος που άρχισε να ουρλιάζει σαν λαβωμένο ζώο... Και οι μνήμες είχαν ξυπνήσει οριστικά... Με μια αγκαλιά, με μια ανιδιοτελή αγκαλιά όλα πονούσαν όπως θα έπρεπε να πονάνε εξαρχής. Τα σπασίματα, οι μώλωπες, τα χαστούκια, οι απώλειες, τα ψέματα όλα ήταν εκεί μέσα σε αυτή την ανιδιοτελή αγκαλιά.
-Ναι πονάει το ξέρω...της έλεγε ήρεμα  όσο εκείνη ούρλιαζε, έκλαιγε και προσπαθούσε να τον σπρώξει μακρυά της. Εκείνος όμως δεν την άφηνε... Της χάιδευε στοργικά το κεφάλι και την παρηγορούσε. Και κατάφερνε με αυτή την ηρεμία του, που από την πρώτη στιγμή είχε διακρίνει πάνω του, να  κάνει τον πόνο με έναν μαγικό τρόπο πιο υποφερτό...
-Μην μου το κάνεις αυτό...μην με γυρνάς πάλι πίσω...δεν μπορώ άλλο... είπε ξέπνοα όταν βρήκε την αυτοκυριαρχία της
-Μπορείς Βασούλα! Κοίταξε με στα μάτια! Μπορείς!!! Πάμε τώρα στην αστυνομία...
-Δεν έχω καμία απόδειξη αυτή τη στιγμή...Δεν θα με πιστέψουν...
-Θα έρθω και εγώ μαζί..Θα επιβεβαιώσω ότι τους πεις. Θα το πούμε και στην Ελπίδα. Θα βγάλουμε ασφαλιστικά μέτρα. Δεν θα μπορεί να σε πλησιάσει ποτέ ξανά... Άκουσε με...
-Τα πράγματα μου... πρέπει να πάρω τα πράγματα μου...
-Θα τα πάρεις αργότερα..
-Όχι , όχι θα πάω απόψε σπίτι κανονικά και αύριο το πρωί που θα φύγει θα φύγω. Αν δεν γυρίσω απόψε θα γίνει φασαρία...Και δεν μπορώ να πάω ούτε στην Ελπίδα...θα είναι κάπου έξω και ήταν πολύ χαρούμενη που θα πήγαινε εκεί απόψε. Δεν μπορώ να της το χαλάσω απόψε... Αύριο το πρωί θα πάω από εκεί και θα της μιλήσω..
-Και τι σε κάνει να πιστεύεις πως δεν θα το καταλάβει εκείνος απόψε ρε Βασούλα?
-Δεν θα το καταλάβει... ξέρω πως να προσποιούμαι.. πίστεψε με τελευταία το έχω εξασκήσει τόσο πολύ που μου έχει γίνει δεύτερη φύση όπως διαπίστωσες, είπε και άρχισε να ντύνεται..
-Δεν ξέρω , δεν το βρίσκω καλή ιδέα...
-Μην ανησυχείς... ήταν να μην ξυπνήσω...και τα κατάφερες Νίκο...με ξύπνησες για τα καλά... Σε ευχαριστώ...
-Κάνε μου μόνο μια χάρη... Στείλε μου ένα μήνυμα ότι όλα πάνε καλά...μέχρι αύριο το πρωί θα τρελαθώ..
-Θα σου στείλω... Και εγώ θέλω μια τελευταία χάρη..Αύριο θα έρθεις να με πάρεις? Στις δέκα έχει πρόβα και θα φύγει...
-Δέκα και μισή θα είμαι από κάτω. Εγώ θα σε πάω στης Ελπίδας. Της το λέμε και μαζί αν θες.
-Όχι όχι, μόνο να με πας ..Μόνη μου θα της τα πω όλα...
-Όλα?
-Όλα Νίκο...έχεις πρόβλημα?
-Φυσικά και δεν έχω...Χρόνια το περιμένω αυτό Βασούλα ...
-Μην μπερδεύεσαι...η σχέση η δική μας δεν αλλάζει...
-Το ξέρω και δεν σου ζητάω τίποτα...Μόνο την αλήθεια θέλω να ηρεμήσει και η δική μου συνείδηση...
-Και πάλι σε ευχαριστώ, είπε και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο βγαίνοντας από το δωμάτιο.

Τέλος Φεβρουαρίου ήταν και όλος ο κόσμος είχε χυθεί στους δρόμους για τις Απόκριες... Ειρωνεία της φαινόταν στην διαδρομή της επιστροφής πως μέσα στις απόκριες θα έβγαζε επιτέλους εκείνη τη δική της μάσκα και θα έπαιρνε αέρα... Αλλά θα το έκανε... Δρόμος επιστροφής δεν υπήρχε. Θα πήγαινε στην αστυνομία. Θα τα έλεγε όλα στην Ελπίδα και ήλπιζε εκείνη να καταλάβει. Θα ξαναγινόταν αυτό που κάποτε είχε υπάρξει. Θα έπαιρνε λίγο χρόνο , αλλά θα τα κατάφερνε. Ήταν η Βασούλα στο κάτω κάτω, η Βασούλα που όταν της πετούσαν πέτρες δεν καθόταν να της τρώει αδιαμαρτύρητα..πετούσε και εκείνη πίσω! Γιατί ο έρωτας της ζωής της πέτρες της πετούσε και την είχε γεμίσει τρύπες που έμπαζαν από παντού. Και τόσα χρόνια μετά , παρά τις εμπειρίες στην αφετηρία από όπου είχε ξεκινήσει ήταν...Να απορεί και πάλι πως μπορούσε, κάτι που πλέον δεν έμοιαζε θεωρητικά μόνο επιθετικό αλλά ήταν κιόλας, να είναι και γλυκό ταυτόχρονα...Αλλά θα την έβρισκε κάποτε την απάντηση, σκέφτηκε αισιόδοξα ξεκλειδώνοντας την πόρτα του διαμερίσματος. Και βλέποντας το πρόσωπο του Μάνου ήξερε πως η τελική τους παρτίδα απόψε θα παιζόταν τελικά. Και αντί να φύγει τρέχοντας, πήρε μια βαθιά ανάσα και ετοιμάστηκε για την τελική αναμέτρηση. Γιατί διάολε ήταν η Βασούλα και τίποτα δεν θα την έκανε ξανά να το ξεχάσει!